ΔΙΑΠΥΗΤΙΚΗ ΙΔΡΩΤΑΔΕΝΙΤΙΔΑ

Η Διαπυητική Ιδρωταδενίτιδα είναι μια χρόνια, υποτροπιάζουσα αποστηματική και ινωτική φλεγμονώδης νόσος του δέρματος που μπορεί να καταλήξει σε ουλές.

Εντοπίζεται κυρίως σε περιοχές του δέρματος πλούσιες σε αποκρινείς ιδρωτοποιούς αδένες (περίνεο, βουβωνική περιοχή, μασχάλες).

Προσβάλει και τα δύο φύλα, συχνότερα όμως τις γυναίκες. Η υψηλότερη επίπτωση της παρατηρείται την 2η και 3η δεκαετία της ζωής.

ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ
Η Διαπυητική Ιδρωταδενίτιδα αρχίζει με την μορφή θυλακικής υπερκεράτωσης και απόφραξης. Ακολουθεί ρήξη του τριχοθυλακίου με συνέπεια την απελευθέρωση παθολογικού υλικού, καταλήγοντας σε μια έντονη φλεγμονώδη αντίδραση με σχηματισμό φλεγμονής στο υποδόριο, επακόλουθη ένωση των χρόνιων φλεγμονωδών εστιών, σχηματισμό συριγγίων καθώς και εκτεταμένη ίνωση.
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
Η Διαπυητική Ιδρωταδενίτιδα εκδηλώνεται κλινικά, αρχικά με τον σχηματισμό ερυθρών, επώδυνων και ευαίσθητων οζιδίων, που στη συνέχεια μετατρέπονται σε αποστήματα, που παροχετεύονται προς το δέρμα με πυώδες ή οροπυώδες έκκριμα. Κατά την εξέλιξη της νόσου οι συχνές υποτροπές έχουν σαν αποτέλεσμα την δημιουργία πολλαπλών συριγγίων και ουλών.
ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Η διάγνωση της διαπυητικής ιδρωταδενίτιδας είναι κλινική με βάση τις τυπικές βλάβες. Το σύστημα σταδιοποίησης κατά HURLEY είναι το πιο δημοφιλές στην καθημερινή κλινική πρακτική και κατατάσσει τους ασθενείς σε τρία κλινικά στάδια βάσει της βαρύτητας της νόσου:
  • ΣΤΑΔΙΟ Ι: Μονήρη ή πολλαπλά αποστήματα ή οζίδια, χωρίς συρίγγια και ουλές, εντοπισμένη νόσος
  • ΣΤΑΔΙΟ ΙΙ: Μονήρη ή πολλαπλά υποτροπιάζοντα αποστήματα, με συρίγγια και ουλές, με υγιές δέρμα μεταξύ τους
  • ΣΤΑΔΙΟ ΙΙΙ: Διάχυτη προσβολή, πολλαπλά επικοινωνούντα συρίγγια και αποστήματα σε ολόκληρη την περιοχή
Η διαπυητική ιδρωταδενίτιδα στην περιοχή γύρω από τον πρωκτό διαφέρει από τα περιεδρικά συρίγγια και αποστήματα, διότι αφορά μόνο το δέρμα και δεν υπάρχει επικοινωνία με τον πρωκτικό σωλήνα. Έχει βρεθεί ότι υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην ιδρωταδενίτιδα και την νόσο του Crohn, για αυτόν τον λόγο εάν υπάρχει υποψία επιβάλλεται η διαγνωστική κολονοσκόπηση.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η θεραπεία της νόσου είναι δύσκολη, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο, σχετίζεται με υψηλά ποσοστά υποτροπής και απαιτεί την στενή συνεργασιά δερματολόγου και γενικού χειρουργού. Η θεραπευτική αντιμετώπιση περιλαμβάνει γενικά μέτρα, όπως η διακοπή του καπνίσματος, έλεγχος της υπεριδρωσίας και διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους, τις τοπικές και συστηματικές θεραπείες, καθώς και την χειρουργική αντιμετώπιση.
 
Στις ήπιες μορφές εφαρμόζονται κυρίως φαρμακολογικές θεραπείες π.χ. αντιμικροβιακά, ενώ στις βαρύτερες ή μη ανταποκρινόμενες μορφές εφαρμόζονται κυρίως βιολογικές θεραπείες ή χειρουργικές παρεμβάσεις ή συνδυασμός και των δύο. Οι βιολογικοί παράγοντες αποτελούν μια πολλά υποσχόμενη θεραπεία ιδιαίτερα για τις περιπτώσεις ασθενών με ανθεκτική σε κλασικές θεραπείες νόσο. Οι χειρουργικές προσεγγίσεις συνοπτικά περιλαμβάνουν:
  • Διάνοιξη-παροχέτευση των αποστημάτων
  • Τοπική χειρουργική εκτομή ή εκτεταμένη αποκάλυψη των συριγγίων με αφαίρεση των φλεγμονωδών ιστών
  • Σε σοβαρές χρόνιες καταστάσεις με σχηματισμό κοιλοτήτων που επικοινωνούν μεταξύ τους και δημιουργία ίνωσης εφαρμόζεται ευρεία χειρουργική εκτομή, δηλαδή ευρεία αφαίρεση του δέρματος μαζί με τους ιδρωτοποιούς αδένες που πάσχουν. Αναλόγως με την έκταση του τραύματος ακολουθείται ή επούλωση κατά δεύτερο σκοπό ή χρήση δερματικού μοσχεύματος ή άλλων τεχνικών της πλαστικής χειρουργικής για την κάλυψη του ελλείματος. 

Ο κ. Πατσούρας εξειδικεύτηκε για 5 χρόνια στη χειρουργική του παχέος εντέρου, του ορθού και του πρωκτού στο Ηνωμένο Βασίλειο σε εξειδικευμένα κέντρα (St Mark’s Hospital & Academic Institute και St Thomas’ Hospital, Λονδίνο).